σπέρμα

τὸ σπέρμα, ατος семя (-> πανσπερμία поднесение божеству семян различных растений)

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "σπέρμα" в других словарях:

  • σπέρμα — seed neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σπέρμα — (Βιολ.). Το έκκριμα των όρχεων του άνδρα. Βλ. λ. ουρογεννητικό σύστημα. * * * το, ΝΜΑ 1. σπόρος φυτού (α. «τα σπέρματα τών αγγειόσπερμων φυτών» β. «σπέρματα δάσσασθαι και ἐπισπορίην ἀλέασθαι», Ησίοδ.) 2. φυσιολογικό υγρό που αποτελείται από… …   Dictionary of Greek

  • σπέρμα — το 1.σπόρος. 2. πυρήνας καρπού, κουκούτσι. 3. το έκκριμα των γεννητικών οργάνων του άντρα ή γενικά των αρσενικών ζώων με το οποίο γίνεται η γονιμοποίηση των θηλυκών ωαρίων. 4. απόγονος, τέκνο: Είναι σπέρμα διαβόλου αυτό το παιδί. 5. πρώτη αφορμή …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • σπέρμα — [спэрма] ουσ. о. семя, зерно, (φυσιολ.) семя, сперма …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • σπόρος ή σπέρμα — Σπερμοβλάστη που μετασχηματίστηκε και αναπτύχθηκε μετά τη γονιμοποίηση και η οποία περιέχει τουλάχιστον το έμβρυο· είναι το τυπικό όργανο πολλαπλασιασμού των ανθόφυτων ή καλύτερα των σπερματόφυτων (= φυτά με σπέρματα). Στα γυμνόσπερμα και στα… …   Dictionary of Greek

  • σπέρμ' — σπέρμα , σπέρμα seed neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μοσχοκάρυδο — Σπέρμα του καρπού της μυριστικής της ευώδους (οικογένεια μυριστικίδων, δικοτυλήδονα), που κατάγεται από τις Μολούκες νήσους και καλλιεργείται σε διάφορες τροπικές χώρες. Αποτελεί δέντρο εύοσμο σε κάθε τμήμα του. Τα μ. είναι ογκώδη, ωοειδή… …   Dictionary of Greek

  • σπερμάτοιν — σπέρμα seed neut gen/dat dual …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σπερμάτων — σπέρμα seed neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σπέρμασι — σπέρμα seed neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σπέρμασιν — σπέρμα seed neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.